|
ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ»
της Ελένης Πορτάλιου
(συνέχεια)
Γ. ΤΙ ΜΑΣ ΛΕΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΤΙ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ ΤΟ «ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ»
Το «Πρόγραμμα Καλλικράτης», είναι γραμμένο κυριολεκτικά στο γόνατο. Δεν αξιολογεί την εφαρμογή του Ν2539/97 (Καποδίστριας 1), δεν αποσαφηνίζει καμιά αρχιτεκτονική, δεν ορίζει αρμοδιότητες, δεν εγγυάται πόρους, παρά ταύτα σπεύδει να περιγράψει αναλυτικά το πολιτικό σκέλος, δηλαδή τα πολιτικά όργανα και τον τρόπο εκλογής τους, αποτυπώνοντας, εν προκειμένω με σαφήνεια, τον συγκεντρωτισμό και την επιδίωξη δικομματικού ελέγχου στις νέες βαθμίδες.
Το κυβερνητικό σχέδιο καταργεί τη σημερινή δεύτερη βαθμίδα, δηλαδή τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και ορίζει δύο βαθμίδες : τους δήμους (Α΄ βαθμός) και τις περιφέρειες (Β΄ βαθμός), με αιρετά όργανα.
Γ1. ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Συνενώσεις, αρμοδιότητες, πόροι
Το πώς ανασυγκροτείται ο πρώτος βαθμός παραμένει μυστήριο. Από τους 900 δήμους και 133 κοινότητες προκύπτει, χωρίς απολύτως καμιά αιτιολόγηση, ένας αριθμός 370 δήμων. Ποιοι είναι οι νέοι δήμοι και με ποια κριτήρια συνενώνονται, η κυβέρνηση θα το δημοσιοποιήσει αργότερα, καθώς στο θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και θα υπάρξουν πολύ μεγάλες αντιδράσεις. Παρά ταύτα, μπορούμε να έχουμε μια πρώτη εκτίμηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη νέα συγκρότηση που προτείνει το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΙΤΑ) της ΚΕΔΚΕ (χάρτης που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή», 17/1/2010).
Το ΙΤΑ, στην επιστημονική έρευνα με τίτλο «Η πρόκληση μιας Νέας Μεταρρύθμισης της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (Μάρτιος 2008) αναγνωρίζει ότι οι επιλογές στις συνενώσεις είναι εξαιρετικά σύνθετες. Πρώτον γιατί, πράγματι, δεν υπάρχει «αποτελεσματικός κοινά αποδεκτός ορισμός της ταυτότητας “της κοινότητας”», έννοιας «που διαμορφώνεται δυναμικά στο χρόνο». Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις «η κοινότητα καθορίζεται από τα κοινωνικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, από τα ιστορικά και εθιμικά όρια και από γεωγραφικού τύπου περιορισμούς».
Για τη διαμόρφωση των κοινοτήτων σε νέες δομές πρέπει να αναζητηθεί σύνθεση διαφόρων κριτηρίων, που αφορούν «στα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, στη δομή και αποτελεσματικότητα της τοπικής οικονομίας, στη δομή των οικισμών, στην αγροτική παραγωγή και την ποιότητα προϊόντων, στο πολιτιστικό κεφάλαιο, στο κεφάλαιο υποδομών».
Ταυτόχρονα, η έρευνα του ΙΤΑ αντιλαμβάνεται ότι ενώ η σύνδεση αποτελεσματικών υπηρεσιών και μεγέθους δεν μπορεί να αγνοεί ότι «μικρότερες δομές δυσκολεύονται στην εύρεση ικανού ανθρώπινου δυναμικού για την παραγωγή και διανομή υπηρεσιών», οι «μικρότερου μεγέθους δομές είναι πιο λειτουργικές όσον αφορά την αντιπροσώπευση και την εγγύτητα» και ότι «το παραπάνω αποτελεί ισχυρή ένδειξη για τη θεσμοθέτηση δομών δημοκρατικής αντιπροσώπευσης στο εσωτερικό της νέας δομής».
Όλ’ αυτά τεκμηριώνουν το απολύτως ατεκμηρίωτο του γενικού αριθμού 370 χωρίς σκεπτικό, χωρίς σύνθεση κριτηρίων και κυρίως χωρίς καμία διαβούλευση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Ο χάρτης των νέων δήμων του ΙΤΑ , που δεν παρουσιάζει τις συνενώσεις στο λεκανοπέδιο, αλλά μόνο αυτές της Ανατολικής και Δυτικής Αττικής, εμφανίζει ορισμένες παραδοξότητες. Διατηρεί τον δήμο Αχαρνών και μετατρέπει τη κοινότητα Θρακομακεδόνων σε δήμο, εντάσσοντας και τους δύο στην Ανατολική Αττική, ενώ είναι μέρος του πολεοδομικού συγκροτήματος. Αντίστοιχα ισχύουν για τους δήμους Βούλας, Βάρης, Βουλιαγμένης, που παραμένουν στην Ανατολική Αττική ως αυτοτελείς δήμοι. Μια στρεβλή συγκρότηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης στην Αττική, διατηρείται.
Θα μπορούσε να συνεχίσει κανείς με πολλά ερωτηματικά όπως για παράδειγμα γιατί οι δήμοι μειώνονται στη Λευκάδα από 6 σε 4 , στην Κέρκυρα από …. σε 9 , στην Κεφαλονιά από … σε 4 , ενώ αντίθετα, στη Ζάκυνθο από 6 σε 1. Αλλά δεν έχει νόημα μια συζήτηση κολοκυθιάς. Οι τοποθετήσεις πρέπει να γίνουν επί της επιχειρηματολογίας της πρότασης όταν αυτή διατυπωθεί υπεύθυνα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις για όσες συνενώσεις κρίνονται επωφελείς, και σίγουρα υπάρχουν τέτοιες, μπορούν να προκύψουν μόνο με επιλογή ή συναίνεση των συνενωνόμενων, ύστερα από διερεύνηση και συνεκτίμηση των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων της αλλαγής, με τη συμμετοχή των δημοτών και όχι στο γάμο του καραγκιόζη. Αλλά η κυβέρνηση φαντάζεται πονηρά ότι όσο πιο πολύ μειώσει των αριθμό των δήμων τόσο πιο κοντά στο σύμφωνο σταθερότητας θα είναι, κάνοντας περικοπές πόρων. Το ομολογεί, άλλωστε, στην εισαγωγή του «Προγράμματος Καλλικράτης» : «η Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκέντρωμένης διοίκησης αποσκοπεί στην εξοικονόμηση πόρων των φορολογούμενων πολιτών μέσω του περιορισμού των αριθμών των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων»
Κανείς δεν θεωρεί ότι το κράτος, κεντρικό ή αποκεντρωμένο, πρέπει να είναι σπάταλο. Όμως οι σπατάλες που γίνονται σήμερα στους ισχνούς προϋπολογισμούς των δήμων είναι εγγενές χαρακτηριστικό της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, που αφορά στην πρόσληψη προσωπικού μέσω πελατειακών μηχανισμών και με ελαστικές σχέσεις εργασίας ενώ ταυτόχρονα παραχωρείται μεγάλο μέρος των υπηρεσιών και των έργων σε ιδιώτες, στη δημιουργία ανώνυμων και ανέλεγκτων εταιριών, στις επιλογές βιτρίνας με το αζημίωτο, σε επενδύσεις με κριτήρια ιδιωτικού κέρδους και σε πολιτικές επικοινωνιακού χαρακτήρα που ανατίθενται σε ακριβοπληρωμένους συμβούλους.
Η κατάργηση του μεγαλύτερου αριθμού των ΝΠΔΔ γεννά ερωτηματικά. Στα νομικά αυτά πρόσωπα πηγαίνει απευθείας η κρατική χρηματοδότηση. Αν πρόκειται να ενσωματωθούν στις υπηρεσίες των δήμων, η εξέλιξη μπορεί να είναι θετική, αν οδηγηθούμε, όμως, σε νέες Ανώνυμες Εταιρίες η λύση θα είναι καταστροφική καθώς αυτές λειτουργούν αδιαφανώς με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και αποτελούν τον βασικό φορέα των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Επίσης, ποια είναι τα κυβερνητικά σχέδια για τους σημερινούς εργαζόμενους στα ΝΠΔΔ;
Γιατί γίνονται, λοιπόν, αυτές οι μυστικές συνενώσεις; Γιατί οι περισσότεροι προηγούμενοι δήμοι δεν είχαν «διαχειριστική επάρκεια» και παράλληλα «η πολιτεία δεν στήριξε ουσιαστικά τους νέους ΟΤΑ με πολιτικές προγραμματικής, οργανωτικής και λειτουργικής αναβάθμισης καθώς και με επαρκή χρηματοδότηση», λέει το κυβερνητικό κείμενο στο οικείο περί ΟΤΑ κεφάλαιο «Η δομική και λειτουργική επαναθεμελίωση των δήμων». Τι καταλαβαίνουμε; Ότι οι δήμοι δεν είχαν διαχειριστική επάρκεια, πρωτίστως γιατί δεν είχαν αρμοδιότητες και πόρους. Πάλι, όμως, δεν δίνονται ούτε πόροι ούτε αρμοδιότητες. Οι πόροι, όπως είπε στην ΚΕΔΚΕ ο υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης κ. Ραγκούσης, δεν θα δοθούν λόγω της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση, όσο για τις αρμοδιότητες, στο σχέδιο επαναλαμβάνονται οι σημερινές με μερικές προσθήκες, αλλά ως παραδείγματα και δυνατότητες και όχι ως συγκεκριμένες θεσμοθετούμενες δεσμεύσεις. Άλλωστε, καμιά αρμοδιότητα δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς πόρους.
Όπως αναφέρει το κείμενο «Το σύστημα διακυβέρνησης των νέων πρωτοβάθμιων ΟΤΑ», της επιστημονικής ομάδας του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ΙΤΑ (τελική έκθεση, Οκτώβριος 2008), «χωρίς υπηρεσίες με αρμοδιότητες, ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους, οι νέοι μεγάλοι δήμοι θα μοιάζουν με μεγάλα σχεδόν κενά “κελύφη” , χωρίς νέο ρόλο στην ανάπτυξη και στην παροχή υπηρεσιών στους πολίτες». Επίσης, το ΙΤΑ εκτιμά ότι «χωρίς πρόσθετους οικονομικούς πόρους, μια τυχόν νέα διοικητική μεταρρύθμιση θα διατηρήσει τη σημερινή οικονομική αδυναμία των ΟΤΑ (τρεις μικροί “μίζεροι” OTA που συνενώνονται χωρίς πρόσθετους πόρους, δημιουργούν ένα μεγάλο “μίζερο” δήμο)» .
Συγκεντρωτικές δομές , πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα
Ενώ, λοιπόν, οι πόροι και οι αρμοδιότητες εκκρεμούν, η επιδίωξη πολιτικού ελέγχου των αποσυγκεντρωμένων κρατικών δομών είναι εμφανής. Γίνεται μέσω του συγκεντρωτικού χαρακτήρα των αιρετών οργάνων και του εκλογικού συστήματος.
Συγκεκριμένα, το δημοτικό σύστημα ακολουθεί κατά γράμμα το πρότυπο του πρωθυπουργοκεντρικού γενικού πολιτικού συστήματος, πράγμα που εκθειάζεται από την μελέτη του ΙΤΑ (!). Ο δήμαρχος είναι ο απόλυτος άρχων, με αυξημένες αρμοδιότητες όπως ο πρωθυπουργός. Ορίζει και προεδρεύει της εκτελεστικής επιτροπής, η οποία συγκροτείται, όπως το υπουργικό συμβούλιο, από τους τοπικούς και θεματικούς αντιδημάρχους – υπουργούς, και της δημαρχιακής επιτροπής. Παρουσιάζει τις προγραμματικές του θέσεις στο πολυπληθές δημοτικό συμβούλιο, που επιτελεί ρόλο μάλλον δυσκίνητης και γραφειοκρατικής βουλής.
Το εκλογικό σύστημα, απολύτως πλειοψηφικό, αποκλείει την έκφραση της όποιας αυτόνομης κοινωνικής δυναμικής στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Δεν υπάρχει δυνατότητα σχεδόν για καμία ομάδα ή κίνημα πολιτών να διεκδικήσει, αν το επιθυμεί, όχι εκπροσώπηση αλλά ούτε καν συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές, λόγω και του απαιτούμενου αριθμού υποψηφίων στα ψηφοδέλτια. Με το μεγάλο μέγεθος των δήμων, σε συνδυασμό με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα (ο πρώτος συνδυασμός παίρνει τα 3/5 των εδρών), σίγουρα επιδιώκεται η υφαρπαγή των εδρών της αριστεράς ή άλλων μικρότερων ψηφοδελτίων και η νομή της εξουσίας από τον δικομματισμό. Να σημειώσουμε εδώ ότι για την αριστερά το πρόβλημα είναι, επίσης, δικό της και όχι μόνο του ληστρικού εκλογικού συστήματος.
Στα τοπικά συμβούλια που συγκροτούνται στα σημερινά διαμερίσματα και τις έδρες των σημερινών δήμων (5μελή για πληθυσμό τουλάχιστον 1000 κατοίκων, 3μελή για πληθυσμό από 1000-500 κατοίκους, μονομελή για πληθυσμό κάτω των 500 κατοίκων), ανατίθενται, ενδεικτικά πάλι, διάφορες εργασίες, όπως βλάβες στο οδικό δίκτυο, τα συστήματα ύδρευσης – αποχέτευσης, θέματα πυροπροστασίας κ.λπ. , αλλά δεν έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες για τίποτε. Τα μέλη τους εκλέγονται με λίστα και πλειοψηφικό σύστημα και παρ’ όλ’ αυτά οι δημοτικοί συνδυασμοί προτείνουν υποχρεωτικά υποψήφιους στα τοπικά συμβούλια. Η υποχρέωση αυτή προφανώς αποσκοπεί στον αποκλεισμό συνδυασμών της αριστεράς. Όσο για τα διαμερισματικά συμβούλια που ήδη υπάρχουν σε πέντε μεγάλους σημερινούς δήμους, όπως ο δήμος Αθηναίων, ξεχάστηκαν άραγε ή καταργούνται ;
Γ2. ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Το κυβερνητικό σχέδιο θεσμοθετεί ως δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης τις περιφέρειες, οι οποίες μέχρι σήμερα αποτελούσαν ενότητες του κεντρικού κράτους, χωρίς αιρετές διοικήσεις και αυτονομία αποφάσεων. Η περιφερειακή αποκέντρωση και η σχετική πολιτική αυτονομία αποτελούν μια υπερώριμη αλλαγή στην κρατική δομή που, μεταξύ άλλων, εναρμονίζει τη χώρα μας με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και επιτρέπει να μετέχουμε του περιφερειακού σχεδιασμού και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Οι σημερινές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (76 διοικητικές ενότητες : 54 νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, 3 διευρυμένες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και 19 επαρχεία) καταργούνται και «εξελίσσονται σε περιφερειακές αυτοδιοικήσεις σε αριθμό ανάλογο των σημερινών διοικητικών περιφερειών. Ειδικά στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζονται με ειδικές ρυθμίσεις τα θέματα μητροπολιτικού χαρακτήρα» .
Οι 13 σημερινές περιφέρειες (Αττική, Αν. Μακεδονία και Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα, υπόλοιπη Πελοπόννησος, Ιόνια Νησιά, Βόρειο Αιγαίο, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη) συγκροτούν τη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική. Κι εδώ δεν υπάρχει καμιά αιτιολόγηση για τον αριθμό 13, για την ανισομέρεια των περιφερειών, για το παράδοξο η Θράκη να προσαρτάται στην Αν. Μακεδονία και , κυρίως, για τη σιγή ιχθύος σε σχέση με την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και τη μητροπολιτική διακυβέρνηση, που απασχολούν το κυβερνητικό σχέδιο κυριολεκτικά σε δύο μόνο γραμμές. Ο λόγος; Οι τοπάρχες της Δυτικής Αττικής και Θεσσαλονίκης, κ.κ. Πάγκαλος και Βενιζέλος, αντιδρούν. Ο πρώτος ζητά να σπάσει η Αττική σε 3 περιφέρειες, ο δεύτερος να εξαιρεθεί η Θεσσαλονίκη. Σε κάθε περίπτωση, η διατήρηση των σημερινών 3 νομαρχιών, με οποιαδήποτε μορφή, είναι λάθος.
Όπως και στους νέους ΟΤΑ έτσι και στις αιρετές περιφερειακές μονάδες, οι αρμοδιότητες περιγράφονται ενδεικτικά. Το τι ακριβώς θα μεταφερθεί από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και το κεντρικό κράτος παραμένει άγνωστο, είναι σίγουρο, όμως, ότι μέρος της αποσυγκέντρωσης θα παραλάβουν οι 7 γενικές περιφερειακές διοικήσεις με γενικές διευθύνσεις, που θα λειτουργούν ανταγωνιστικά και παρεμβατικά ως προς τις αιρετές περιφέρειες.
Όσον αφορά στους πόρους, το κυβερνητικό σχέδιο δεν αναφέρει απολύτως τίποτε. Αντίθετα, είναι λαλίστατο στη συγκρότηση των αιρετών οργάνων και το εκλογικό σύστημα, που είναι πλειοψηφικό. Όπως στους νέους δήμους, θεσμοθετείται και στις περιφέρειες το πρωθυπουργοκεντρικό γενικό πολιτικό σύστημα. Ο αιρετός περιφερειάρχης είναι ένας περιφερειακός πρωθυπουργός, που προεδρεύει της εκτελεστικής επιτροπής (κυβέρνηση) των τοπικών και θεματικών αντιδημάρχων – υπουργών, και της περιφερειακής επιτροπής. Παρουσιάζει τις προγραμματικές του θέσεις στο πολυπληθές περιφερειακό συμβούλιο, που επέχει θέση βουλής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κυβερνητικό σχέδιο δεν προβλέπει καμία περιφερειακή αποκέντρωση με αιρετά συμβούλια (ανάλογα με τα τοπικά συμβούλια των ΟΤΑ) και αποφασιστικές αρμοδιότητες σε επιμέρους θέματα, κάτι που θα αποφόρτιζε τον συγκεντρωτισμό και θα επέτρεπε να δημιουργηθεί ένα ενδιάμεσο επίπεδο αρμοδιοτήτων, αποφάσεων και δημοκρατικού ελέγχου μεταξύ περιφερειών και ΟΤΑ.
Συμβούλια διαβούλευσης
Στη δευτεροβάθμια και την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση εισάγεται ο θεσμός του συμβουλίου διαβούλευσης περιφέρειας και δήμου αντίστοιχα, καθώς και συνήγοροι δημοτών και επιχειρήσεων. Οι θεσμοί, όμως, αυτοί δεν μπορούν να αναπληρώσουν ούτε σε ελάχιστο βαθμό τα δημοκρατικά δικαιώματα και τη συμμετοχή των πολιτών, που περιορίζονται δραστικά μέσα στους βασικούς θεσμούς, όπως έχει ήδη αναλυθεί . Θα διέθεταν κάποια αξία ως συμπληρωματικές διαδικασίες συμμετοχής και ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι η διαβούλευση θα είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα με τον επακριβή ορισμό των αποφάσεων των αιρετών οργάνων, οι οποίες δεν θα μπορεί να λαμβάνονται χωρίς να έχει προηγηθεί αυτή η διαδικασία.
Δ. ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΣΗΜΕΡΑ
ΠΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ
1.
Η δημοσιοποίηση του ολοκληρωμένου «Προγράμματος Καλλικράτης» θα δώσει τη δυνατότητα να ολοκληρωθεί η σημερινή κριτική, εστιάζοντας πιο συγκεκριμένα πάνω στις αρμοδιότητες που θα συγκεκριμενοποιηθούν, στους πόρους που η κυβέρνηση οφείλει να εξαγγείλει αλλά και στις συγκεκριμένες συνενώσεις από τις οποίες θα προκύψουν οι νέοι ΟΤΑ.
Ο διάλογος των αριστερών ριζοσπαστικών και οικολογικών αυτοδιοικητικών σχημάτων πρέπει να γίνει στο εσωτερικό τους και με τις τοπικές κοινωνίες, τα κινήματα τους φορείς και τους πολίτες, που η προτεινόμενη νέα δομή αφορά. Και πρέπει να ξεκινήσει τώρα.
2.
Σε κάθε περίπτωση, η ψήφιση νέου νόμου στη βάση του αποφασίζουμε και διατάσσουμε είναι απαράδεκτη. Αποτελεί αδιαπραγμάτευτη θέση μας η συγκροτημένη εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στις διαδικασίες αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης και η διατύπωση των θέσεών τους με ανοιχτές διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα και με δημοψηφίσματα.
Ο νόμος, όμως, δεν πρέπει να ψηφιστεί, πολύ περισσότερο να εφαρμοστεί στις εκλογές του Νοεμβρίου, και για ένα άλλο, εξαιρετικά σοβαρό, λόγο. Η προχειρότητα και η ανευθυνότητα του ΠΑΣΟΚ απέναντι σε αλλαγές στο κράτος, της κλίμακας αυτής που επιχειρεί , εν μέσω οικονομικής κρίσης, επειδή ενδεχομένως πιστεύει ότι η σκληρή λιτότητα μπορεί να αντισταθμιστεί με προσφορά θεσμικών αλλαγών (αφού δεν δίνουμε ψωμί, προσφέρουμε παντεσπάνι), θα οδηγήσει σε πλήρη διάλυση και των ήδη λειτουργούντων, όχι ικανοποιητικά, θεσμών. Τα νέα όργανα δεν θα ξέρουν ούτε που να στεγαστούν, πολύ περισσότερο πως θα λειτουργήσουν, από πού θα προκύψει το προσωπικό των δήμων και περιφερειών, πως θα χρηματοδοτηθούν οι νέες αρμοδιότητες, κ.λπ., κ.λπ. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες αφιέρωσαν πολλά χρόνια και προέκριναν ουσιαστικές διαδικασίες διαβούλευσης που αντιστοιχούν σε τέτοιου είδους αλλαγές. Εδώ η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν θα ακολουθήσει τις αναγκαίες διαδικασίες διαλόγου και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων των τοπικών κοινωνιών, αλλά θα τα κάνει μπάχαλο. Να θυμίσουμε μόνο ότι έκανε τέσσερεις μήνες για να ορίσει τους γενικούς γραμματείς των υπουργείων που επιβλέπουν το ΕΣΠΑ.
3. Νέα αρχιτεκτονική δομή των δήμων , αποκέντρωση και δημοκρατία
Όσον αφορά στη νέα αρχιτεκτονική της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης από δημοκρατική, συμμετοχική σκοπιά, η δημοκρατία δεν κατοικεί εξ’ ορισμού στο μικρότερο δυνατό μέγεθος του σώματος που εκλέγει τα αιρετά όργανα, αλλά στο περιεχόμενο, το αντικείμενο και σε μια σύνθετη δόμηση που συνδυάζει το χαμηλότερο με το ανώτερο επίπεδο αναφοράς και επιτρέπει σε όλους να αποφασίζουν σε περιορισμένης αλλά και ευρύτερης εμβέλειας θέματα. Όταν οι δήμοι είναι πολύ μικροί, τότε το κεντρικό κράτος ή/και η αιρετή περιφέρεια αναλαμβάνουν τις γενικότερου χαρακτήρα αποφάσεις. Επομένως, η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση πρέπει να δομηθεί σε δύο επίπεδα : τους δήμους και τα τοπικά και διαμερισματικά συμβούλια, τα οποία πρέπει να είναι αιρετά και να έχουν θεσμοθετημένες αποφασιστικές αρμοδιότητες και πόρους.
Όσον αφορά στη διοικητική αποσυγκέντρωση, δηλαδή τις κοινωνικές λειτουργίες που αναλαμβάνουν οι δήμοι, δεν υπάρχει ένα μόνο ορθό μέγεθος, ώστε αυτές να επιτελούνται με τον πιο οικονομικό και αντιγραφειοκρατικό, επωφελή για τους πολίτες τρόπο. Υπάρχουν λειτουργίες που εξυπηρετούνται καλύτερα σε χαμηλότερο επίπεδο αναφοράς και άλλες σε ανώτερο, κυρίως οι παραγωγικές λειτουργίες που συνενώνουν κοινωνικούς στόχους μιας ευρύτερης γεωγραφικής ενότητας. Άρα, πάλι χρειάζεται αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, πόρων και αποφάσεων εντός των ίδιων των ΟΤΑ.
Όσες συνενώσεις είναι αναγκαίες δεν μπορεί, σύμφωνα με το προηγούμενο σκεπτικό, ν’ αποτελέσουν αντικείμενο κοπτοραπτικής, εκλογικών σκοπιμοτήτων και λογικής συγκολλήσεων, ώστε με κάθε θυσία να φτάσουμε τους νέους δήμους στον μικρότερο δυνατό αριθμό. Τα περί μεγαλύτερης εξοικονόμησης πόρων, όσο μεγαλύτεροι είναι οι δήμοι, μπορεί εύκολα να αντιστραφούν.
Επομένως, μένουν τα κοινωνικά, δημογραφικά, ιστορικά, εθιμικά και γεωγραφικά κριτήρια. Υπάρχουν, όμως, και οι καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν.
Οι μικρές πόλεις ή κωμοπόλεις των καποδιστριακών δήμων, που συγκεντρώνουν γύρω τους μερικά χωριά, αποτελώντας ένα είδος ανοιχτής πόλης, εμφανίζουν μια σχετική ευρωστία επειδή ακριβώς στεγάζουν τις δημοτικές υπηρεσίες και την οποία, ενδεχομένως, θα χάσουν υπέρ της έδρας ενός πολύ μεγαλύτερου δήμου. Το πρόβλημα των ανταποδοτικών υπηρεσιών των νέων δήμων, εφ’ όσον διευρυνθούν γεωγραφικά χωρίς να μεγαλώσουν αντίστοιχα πληθυσμιακά, λόγω αραιοκατοίκησης, θέτει κατά το ΙΤΑ ένα πρόβλημα οικονομικής επάρκειας στην κάλυψη των σχετικών υποχρεώσεων (πχ. δρόμοι). Τα κέντρα των σημερινών δήμων στην Αττική, που έχουν αποκτήσει ταυτότητα και λειτουργική πληρότητα είναι ένα στοιχείο προς συνεκτίμηση μαζί με την ιστορικότητα των δήμων και την ταυτότητά τους ως πόλεων αναγνωρίσιμων από τους δημότες τους. Πολύ περισσότερο που οι περισσότεροι δήμοι της Αττικής είναι από πλευράς πληθυσμιακού μεγέθους αρκετά μεγάλοι. Επιπλέον, οι δήμοι της Αττικής πρέπει να ειδωθούν στη βάση του ευρύτερου σχεδιασμού του ισχύοντος ΡΣΑ και του νέου που θα πρέπει να αποτυπώσει μια προοπτική αποκέντρωσης και ανασυγκρότησης του λεκανοπεδίου.
Σ’ αυτό το πλαίσιο και με εξειδίκευση των κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να κριθεί η ολοκληρωμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ όταν θα δοθεί στη δημοσιότητα. Προϋπόθεση, όμως, για τη συζήτηση αποτελεί η αξιολόγηση των σημερινών καποδιστριακών δομών, όχι πάλι γενικά, αλλά συγκεκριμένα.
4. Περιφερειακές δομές
Σχετικά με τη δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση, ακόμα και αν μεγαλώσει ο αριθμός των περιφερειών, θα χρειαστεί ένα χαμηλότερο επίπεδο αποκέντρωσης που στην Αττική δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βασιστεί στις σημερινές νομαρχίες. Αντίθετα, στην Αττική χρειάζεται να δημιουργηθούν ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες – τα περιφερειακά διαμερίσματα, μέσα από τη σύνθεση επιμέρους δήμων. Το δεύτερο αυτό επίπεδο απαντά κατά κάποιο τρόπο και στην αποδοχή ενός μεγαλύτερου αριθμού δήμων, εφ’ όσον αυτοί θα ενοποιούνται σε επίπεδο περιφερειακών διαμερισμάτων.
Η δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση θα πρέπει να αναλάβει όλες τις μη επιτελικές αρμοδιότητες του κεντρικού κράτους, χωρίς παράλληλες ανταγωνιστικές κρατικές δομές όπως προβλέπει το «Πρόγραμμα Καλλικράτης». Ιδιαίτερα, πάλι στην Αττική, τα προτεινόμενα περιφερειακά, με αιρετά όργανα διαμερίσματα, μπορούν να στηρίξουν τη μητροπολιτική διακυβέρνηση, που πρέπει να αφορά στο σύνολο της Αττικής, λόγω των προβλημάτων που έχουν ήδη δημιουργηθεί και χρήζουν ενιαίας αντιμετώπισης.
5. Απλή αναλογική, έμμεση εκλογή δημάρχου και περιφερειάρχη
Το συγκεντρωτικό πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο οργάνωσης των αιρετών διοικήσεων περιορίζει δραστικά την έννοια της αυτοδιοίκησης. Το εκλογικό σύστημα πρέπει να είναι η απλή αναλογική και ο δήμαρχος και ο περιφερειάρχης να εκλέγονται έμμεσα από το δημοτικό και περιφερειακό συμβούλιο αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση διεκδικούμε να θεσμοθετηθεί ο συμμετοχικός προγραμματισμός - προϋπολογισμός, ώστε το πρόγραμμα, με την ανάλογη κατανομή πόρων των δήμων να προκύπτει μέσα από αποκεντρωμένες διαδικασίες στη βάση. Σ’ αυτό το θέμα υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα από τη λατινοαμερικανική και ευρωπαϊκή εμπειρία.
6.
Οι θεσμοί που προτείνονται από το κυβερνητικό σχέδιο υλοποιούν στην αυτοδιοίκηση τις κυρίαρχες επιλογές του αυταρχικού κρατισμού, μεταφέροντας σε δημοτικό και περιφερειακό επίπεδο τους κανόνες του σημερινού πολιτικού συστήματος.
Η ριζοσπαστική και οικολογική αριστερά μπορεί και οφείλει να διατυπώσει ένα σχέδιο που θ’ αντιστοιχεί στις ανάγκες και τις δυνατότητες του σήμερα και θα εγγράφεται στη στρατηγική του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία. Στη βάση αυτού του σχεδίου και με την κοινωνική κινητοποίηση μπορεί ν’ αλλάξει το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» αλλά και ο τρόπος προσέγγισης της αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση, κατ’ αρχήν μέσα στην αριστερά και κατ’ επέκταση μέσα στις λαϊκές τάξεις.
|